Ευρωεκλογές: Aνενεργοί πολίτες ίσον ακίνδυνοι πολίτες

Εκατομμύρια πολίτες της Ε.Ε. προσέρχονται στις κάλπες ήδη από τις 6 του μήνα, σε μια διαδικασία που ολοκληρώνεται σήμερα. Η ψήφος θα καθορίσει τη φυσιογνωμία της Ευρώπης του αύριο και για τα επόμενα 5 χρόνια σε μια εποχή που είναι γεμάτη από προκλήσεις, τις οποίες ζούμε ήδη στην καθημερινότητά μας.

Το οξύμωρο είναι πως οι προβλέψεις για τη συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία είναι δυσοίωνες. Αναρωτιέται κανείς από που πηγάζει αυτή η αδιαφορία. Μήπως επειδή οι Βρυξέλλες είναι μακριά; Ίσως επειδή δεν έχουμε σαν χώρα το ευρωπαϊκό dna ριζωμένο αρκετά μέσα μας; Είναι η απαξίωση της πολιτικής τέτοια που διαπερνά ακόμα και τα σύνορα της χώρας και οδηγεί στην αποχή υπό το πρίσμα ότι η ψήφος του καθενός δεν θα αλλάξει τίποτε;

Στις ευρωεκλογές του 1981, όταν η χώρα συμμετείχε για πρώτη φορά στην αντίστοιχη διαδικασία, η συμμετοχή ήταν εντυπωσιακή, αγγίζοντας το 78,48%. Έκτοτε η συμμετοχή άρχισε να πέφτει, με κάποιες αναλαμπές στο ενδιάμεσο, κυρίως σε περιόδους που η ευρωκάλπη γινόταν ταυτόχρονα ή σχεδόν ταυτόχρονα με εθνικές ή αυτοδιοικητικές εκλογές.

Τώρα που είμαστε «παλιοί» στην Ευρώπη, θα περίμενε κανείς ότι θα γνωρίζαμε γιατί μάς αφορούν πραγματικά οι ευρωεκλογές. Οι λόγοι δεν είναι λίγοι: Μεγάλο ποσοστό της νομοθεσίας μας έχει άμεση σχέση με τις ευρωπαϊκές νόρμες. Μέσω των ευρωπαϊκών οργάνων και θεσμών η χώρα παίρνει χρηματοδοτήσεις που αφορούν σειρά προγραμμάτων, από τα οποία ένα μεγάλο ποσοστό της κοινωνίας ωφελείται με διάφορους τρόπους.

Αλλά δεν είναι μόνο το οικονομικό σκέλος το βασικό επίδικο. Είναι η υιοθέτηση κοινοτικών οδηγιών, η εναρμόνισή τους στην ελληνική νομοθεσία, η αίσθηση ότι ανήκουμε και λειτουργούμε ως κομμάτι μιας μεγάλης μηχανής που κινείται στον κόσμο. Όντως, αυτή η μηχανή πολλές φορές χάνει λάδια. Δημιουργεί την αίσθηση ότι βρίσκεται πίσω από τις εξελίξεις. Παρακολουθεί μια γενοκτονία στην Παλαιστίνη να συμβαίνει σε ζωντανή μετάδοση και πέρα από ευχολόγια δεν δείχνει να έχει τη θέληση να βοηθήσει ενεργά ώστε να τη σταματήσει.

Αυτήν έχουμε όμως. Και αυτήν οφείλουμε με τον τρόπο μας – με απλά λόγια την ψήφο μας- να προσπαθήσουμε να τη φτιάξουμε ώστε να δουλεύει σωστά.

Ακόμα κι αν το πάρουμε από την ανάποδη κι ακούσουμε το επιχείρημα μερίδας της κοινωνίας ότι ζει σε μια διεφθαρμένη Ελλάδα, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί είναι εκείνοι που έχουν επίσης δυνατότητες ελέγχου και απόδοσης ευθυνών σε μια κυβέρνηση. Το είδαμε να συμβαίνει ουκ ολίγες φορές τα τελευταία χρόνια. Η Επιτροπή PEGA που βρέθηκε στην Ελλάδα για τις υποκλοπές, οι έρευνες από την ευρωπαϊκή εισαγγελία για τα Τέμπη, αλλά και για σειρά ζητημάτων που αφορούν το Ταμείο Ανάκαμψης, ακόμα και η συζήτηση που έχει ανοίξει εσχάτως για τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής Άμυνας.

Όσο κι αν πιστεύουμε ότι τέτοια ζητήματα δεν μας αφορούν, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Ομοίως μάς αφορά άμεσα για το αν οι δυνάμεις της Ακροδεξιάς σηκώσουν κεφάλι εκμεταλλευόμενες τη γενναιοδωρία της Δημοκρατίας. Μας απασχολεί αν η σκιά του Φασισμού και των Νεοναζί δείχνει να πέφτει βαριά πάνω από τη γηραιά ήπειρο κι έχουμε τεράστιο άγχος για τις σκοτεινές μέρες που φέρνουν μαζί τους.

Σήμερα πολλοί σκέφτονται να πάνε στην παραλία. Η ζέστη είναι ήδη υπερβολική και η επόμενη εβδομάδα αναμένεται χειρότερη. Θα πρέπει να μας «καίει» λοιπόν, μεταφορικά και κυριολεκτικά, το ζήτημα της κλιματικής κρίσης και οι συνέπειές του. Οφείλει να μας τρομάζει ένα ενδεχόμενο να εκλεγούν άνθρωποι που δεν πιστεύουν σε αυτήν και των οποίων οι πολιτικές για το κλίμα θα είναι είτε ανύπαρκτες είτε εις βάρος του πλανήτη.

Δυστυχώς, αποτελεί θλιβερή πραγματικότητα ότι τα κόμματα στην Ελλάδα -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- ασχολήθηκαν προεκλογικά με τον μικρόκοσμό τους, παράγοντας μικροπολιτική που κανέναν δεν ενδιαφέρει. Με «πόθεν έσχες» και την τιμή της φέτας. Ωστόσο, αν το σκεφτούμε ακόμα και η φέτα, το λάδι, τα πορτοκάλια, τα ακτινίδια, το νερό που πίνουμε και χρειαζόμαστε για να καλλιεργείται η γη μας, είναι θέματα που επίσης περνάνε από τις Βρυξέλλες.

Πολλοί ερμηνεύουν την αποχή από τις κάλπες, ως πολιτική στάση. Ενδεχομένως και να είναι, η αλήθεια είναι όμως ότι δεν αλλάζει τίποτε. Αντιθέτως ενισχύει την αλαζονεία της πολιτικής εκείνων που επενδύουν στην αποχή, επειδή, γνωρίζουν ότι οι ανενεργοί πολίτες είναι ακίνδυνοι πολίτες.

Το ερώτημα είναι αν οι πολίτες θα τους κάνουν αυτή τη χάρη.

Ανάλυση Δημήτρης Τερζής

Πηγή: in.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *